Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

Κλιματική αλλαγή και ακραία καιρικά φαινόμενα


Tο 2016 ήταν το πιo θερμό έτος (από το 1879 που υπάρχουν στοιχεία αξιόπιστων μετρήσεων). Ήταν θερμότερο του 2015 και ακόμα θερμότερο του 2014. Τα τρία αυτά χρόνια ήταν τα θερμότερα μέχρι σήμερα.
Το 2016 ήταν θερμό αλλά και δαπανηρό, λόγω των καταστροφών που προκλήθηκαν από καιρικά φαινόμενα.
Τα θύματα και οι καταστροφές τόσο από τις πλημμύρες, όσο και από τις πυρκαγιές στην Αττική οφείλονται, βεβαίως, σε παρεμβάσεις-βιασμούς της φύσης από τον άνθρωπο, αλλά προκαλούνται και από τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Για παράδειγμα 46 δισ. δολάρια κόστισαν οι ζημιές στις ΗΠΑ από ακραία καιρικά φαινόμενα. Στον Καναδά η πυρκαγιά στο Fort McMurray της Αλμπέρτα, που έκαψε πάνω από 2.200 τετραγωνικά μίλια γης, αποτιμήθηκε σε 3 δισ δολάρια ΗΠΑ.
Τα παραπάνω προκύπτουν από μελέτη του αμερικανικού κυβερνητικού οργανισμού NOAA (National Oceanic and Atmospheric Administration), η οποία αφορά μετρήσεις  450 επιστημόνων για το κλίμα το 2016. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη διαπιστώθηκαν και τα ακόλουθα:
  • Αυξήθηκε σημαντικά η στάθμη της θάλασσας, που προκαλείται από τη θερμική διαστολή των θαλάσσιων μαζών (το νερό επεκτείνεται καθώς θερμαίνεται) και την τήξη των ηπειρωτικών πάγων.Το 2016 ήταν ο 37ος συνεχόμενος χρόνος, που οι παγετώνες των βουνών υποχώρησαν και η θερμοκρασία της θάλασσας ήταν η θερμότερη που καταγράφηκε ποτέ.
  • Παρουσιάστηκε έντονη ανισορροπία στο παγκόσμιο υδρολογικό ισοζύγιο. Κάθε μήνα του 2016, τουλάχιστον το 12% της επιφάνειας του πλανήτη ήταν αντιμέτωπο με κατάσταση σοβαρής ξηρασίας (το μεγαλύτερο μέγεθος που μετρήθηκε ποτέ). Την ίδια περίοδο, 93 τροπικοί κυκλώνες (δηλαδή τυφώνες) σχηματίστηκαν σε όλο τον πλανήτη, αριθμός που είναι πολύ υψηλότερος από τον μέσο ετήσιο όρο των 82.

Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής

Αναντίλεκτα, η κλιματική αλλαγή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση, που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα σήμερα. Δεν πρόκειται απλά για ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα, με το οποίο ασχολούνται κάποιοι γραφικοί ή και περιθωριακοί. Είναι μια απειλή με τεράστιες επιπτώσεις στο οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό πεδίο: φυσικές καταστροφές, μείωση γεωργικής παραγωγής, ξηρασίες, εκτεταμένη ερημοποίηση, πλημμύρες, καύσωνες, ασθένειες, μειωμένα αποθέματα νερού, περιβαλλοντικοί πρόσφυγες, ζημιές στις υποδομές.
Περισσότερο από το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε απόσταση μικρότερη των 60 χιλιομέτρων από κάποια ακτή. Υπολογίζεται ότι στον 21ο αιώνα, 100 εκατομμύρια άνθρωποι θα κινδυνεύουν ετησίως από πλημμύρα σε παράκτιες ζώνες, ενώ το 25% των παράκτιων υγροτόπων ανά τον κόσμο θα χαθούν μόνιμα.
Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, τα αποθέματα νερού, που είναι αποθηκευμένα στους παγετώνες και στις χιονισμένες περιοχές θα μειωθούν, προκαλώντας ελλείψεις νερού σε περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους. Το 20-30% όλων των ζωντανών οργανισμών στον πλανήτη θα αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εξαφάνισης, αν η άνοδος της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας ξεπεράσει τους 1,5°-2,5°C. Σε χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη και κυρίως σε ξηρές και τροπικές περιοχές, ακόμα και μικρές αυξήσεις της θερμοκρασίας της τάξης των 1°-2°C, αναμένεται να αυξήσουν τον κίνδυνο λιμών.

Κινδυνεύουν τα νησιά μας;

Σύμφωνα με τον διευθυντή του WWF Ελλάς, Δημήτρη Καραβέλλα, «η Ελλάδα, όπως και ολόκληρη η Μεσόγειος, είναι στα 18 καυτά σημεία του πλανήτη, τα οποία θα αντιμετωπίσουν τα μεγαλύτερα προβλήματα εξαιτίας της εντεινόμενης αλλαγής του κλίματος». Ιδιαίτερα ευάλωτες από την αλλαγή του κλίματος  είναι οι παράκτιες ζώνες και βεβαίως το νησιωτικό μας σύμπλεγμα.
Η Ελλάδα λόγω του μεγάλου αριθμού νησιών διαθέτει τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στην Ευρώπη, με πλήθος οικονομικών-κοινωνικών-περιβαλλοντικών-πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Από τις πιο σοβαρές συνέπειες της επελαύνουσας κλιματικής αλλαγής θεωρείται η σταδιακή άνοδος της στάθμης της θάλασσας, οι θυελλογενείς μετεωρολογικές παλίρροιες και οι κυματικές  καταιγίδες.
Η εμφάνιση των παραπάνω φαινομένων θα προκαλέσει στις ακτές των νησιών μας:
  •  μόνιμο κατακλυσμό των παράκτιων εκτάσεων και τη μετακίνηση των ζωνών αιγιαλού και παραλίας.
  • εκτεταμένη παράκτια διάβρωση.
  • υφαλμύρωση των υπόγειων παράκτιων υδροφορέων.
Παραθέτουμε ενδεικτικές συνέπειες των φαινομένων αυτών στις τοπικές κοινωνίες και την οικονομία τους:
  • αύξηση των κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία από πλημμύρες-καταιγίδες.
  • επιδείνωση της ποιότητας του πόσιμου νερού.
  • μειωμένη γεωργική παραγωγή λόγω αλλαγών στο κλίμα της περιοχής που ασκείται η δραστηριότητα, αλλά και αλλαγών στο ισοζύγιο νερού και υφαλμύρωσής του.
  • αλλαγές στη θαλάσσια και παράκτια βιοποικιλότητα και στους πληθυσμούς των ψαριών -και κατά συνέπεια στην αλιεία-, μετακινήσεις πληθυσμών που κατοικούν σε πληγείσες παράκτιες ζώνες.
  • βλάβες στις υποδομές (λιμάνια, παραθαλάσσιοι οδικοί άξονες, παράκτια αεροδρόμια, συστήματα αποχέτευσης, μονάδες επεξεργασίας λυμάτων).
  • ανακατατάξεις σε δραστηριότητες που εξαρτώνται από το κλίμα, όπως ο τουρισμός και οι δραστηριότητες στην ύπαιθρο.
  • μείωση της αξίας της γης.
  • αυξημένο κόστος προστασίας των ακτών.

Υπάρχει διαδικασία αντιμετώπισης;

Ξεκινάμε με τη διαπίστωση ότι αν εξακολουθήσει η υπερθέρμανση του πλανήτη εκτιμάται ότι από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας κινδυνεύει να χαθεί το 3,5% της έκτασης της Ελλάδας. Δεν απομειώνεται μόνον η οικονομία, απομειώνεται και ο εθνικός μας χώρος.  Επομένως, στηρίζουμε και υλοποιούμε (σε ότι μας αφορά) τη Συμφωνία των Παρισίων της 12ης Δεκεμβρίου 2015.
Στα Αναπτυξιακά Συνέδρια για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, των Περιφερειών και ιδιαίτερα των Νησιωτικών Περιφερειών, η κλιματική αλλαγή θα πρέπει να είναι ένας από τους κυριότερους παράγοντες μελέτης και παραγωγής πολιτικών. Δεν μπορεί να υπάρξει σχεδιασμός τοπικός-περιφερειακός-εθνικός αν δεν ληφθεί υπόψη ο παράγοντας κλιματική αλλαγή.
Είναι ώριμες οι συνθήκες να αποκτήσει η χώρα εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης των κλιματικών αλλαγών, που θα ενταχθεί στο αναπτυξιακό παραγωγικό της μοντέλο και θα εξειδικευθεί σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των τοπικών κοινωνιών. Ο σχεδιασμός αυτός πρέπει να ξεκινά από το κύτταρο της κοινωνίας, την τοπική κοινότητα (διαδικασία bottom up). Προϋπόθεση, όμως, είναι να υπάρχει η απαραίτητη πολιτική βούληση.
slpress