Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Εμβόλιο γρίπης με επίθεμα από μικροβελόνες

Εναν νέο τρόπο εμβολιασμού για τον ιό της γρίπης, ο οποίος γίνεται με τη χρήση δερματικών επιθεμάτων που περιέχουν δεκάδες μικροσκοπικές βελόνες, ανακάλυψε ερευνητική ομάδα στην Αμερική. Η έρευνα είχε θέμα τις αντιδράσεις του ανοσοποιητικού συστήματος και διεξήχθη από επιστημονική ομάδα του Emory and Georgia Tech, στην Ατλάντα των ΗΠΑ. Οπως προέκυψε, τα επιθέματα εμβολίων με μικροβελόνες είναι πολύ πιο αποτελεσματικά σε ό,τι αφορά την προστασία από τον ιό, απ' ό,τι ο υποδόριος ή ο ενδομυϊκός εμβολιασμός. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι, όταν χρησιμοποιούνται οι μικροβελόνες, το δέρμα αποτελεί ιδιαίτερα «γόνιμο» έδαφος για εμβολιασμό. Αυτό συμβαίνει επειδή, σε αντίθεση με τους μυς, το δέρμα περιέχει ένα πλούσιο δίκτυο από τα λεγόμενα κύτταρα παρουσίασης αντιγόνου, τα οποία βοηθούν τα υπόλοιπα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος να αναγνωρίσουν διάφορα αντιγόνα, διαδικασία που είναι απαραίτητη για να προστατευτεί ο οργανισμός από τον ιό.


Σύμφωνα με την έρευνα, τα κύτταρα που είναι απαραίτητα για την αντίδραση του ανοσοποιητικού ενεργοποιούνται περισσότερο όταν η ανοσοποίηση του δέρματος γίνεται με μικροβελόνες. «Η έρευνά μας αποκαλύπτει νέες λεπτομέρειες για τη σύνθετη αλλά αποτελεσματική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος προς τον ιό της γρίπης» λέει ο καθηγητής Richard W. Compans, εκ των συντακτών της έκθεσης. «Παρά την επιτυχία του εμβολιασμού, ο ιός έχει διάφορες μορφές, μεταλλάσσεται πολύ γρήγορα και τελικά δεν απενεργοποιείται. Τα νέα εμβολιακά σκευάσματα, όπως τα δερματικά επιθέματα με μικροβελόνες, μπορούν να παρέχουν μια βελτιωμένη προστατευτική αντίδραση, η οποία θα ωφελήσει ιδιαιτέρως όσους διατρέχουν κίνδυνο από τις παρενέργειες των συμβατικών εμβολίων». Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το δερματικό εμβολιακό επίθεμα είναι απολύτως ανώδυνο, ενώ διαθέτει και άλλα πλεονεκτήματα, όπως το γεγονός ότι περιορίζει τους πιθανούς κινδύνους που παρουσιάζουν τα συμβατικά εμβόλια, ακριβώς επειδή χρησιμοποιεί τις μικροσκοπικές υποδερμικές βελόνες. Η έρευνα δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην ηλεκτρονική έκδοση της επιθεώρησης «MBio», ενώ στη σύνταξή της συμμετείχαν επίσης οι επιστήμονες Δημήτριος Κουτσοπάνος και Ιωάννα Σκούντζου.


Αλεξάνδρα Χυδηριώτη
dimokratianews.gr